Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2015

Γενιά του '30 ''Υπερρεαλισμός''

Ο υπερρεαλισμός (η λέξη αποτελεί μετάφραση της γαλλικής surrealisme) υπήρξε φιλολογική, ποιητική και καλλιτεχνική κίνηση που ως σκοπό είχε την υπέρβαση του πραγματικού κόσμου με την καταγραφή (στην ποίηση) ή την παράσταση (στην τέχνη) των υποσυνείδητων ενεργειών της ψυχής και των ονειρικών της εντυπώσεων χωρίς την επέμβαση της λογικής. Παράλληλα, ο υπερρεαλισμός απέβλεπε και στην ανανέωση όλων των ηθικών αξιών, της φιλοσοφίας και της επιστήμης. Ιδρυτής του υπήρξε ο Αντρέ Μπρετόν, που ήταν γιατρός κι ασχολήθηκε με την ψυχανάλυση. Το 1924 έδωσε στη δημοσιότητα την πρώτη διακήρυξη (μανιφέστο) για τον υπερρεαλισμό, που αφού ρίζωσε στη Γαλλία, εξαπλώθηκε κατόπι και στις υπόλοιπες χώρες.
Πολλοί υπερρεαλιστές (ανάμεσά τους κατατάσσονται και οι Έλληνες) περιόρισαν τους στόχους του κινήματος μόνο στο χώρο της ποίησης και της τέχνης. Ο Μπρετόν όμως και πολλοί άλλοι επηρεάστηκαν από το μαρξισμό και διεύρυναν τους στόχους του υπερρεαλισμού.
Συνοψίζοντας τις αρχές και των δύο παραπάνω τάσεων, μπορούμε να πούμε ότι ο υπερρεαλισμός 1) διεκήρυξε την παντοδυναμία του ονείρου, του ενστίκτου και της επανάστασης και 2) στράφηκε ενάντια σε κάθε μορφή λογικής, ηθικής ή κοινωνικής τάξης.
Τα μέσα που χρησιμοποίησε ήταν κυρίως η αυτόματη γραφή και η καταγραφή των ονείρων· οι πειραματισμοί όμως αυτοί δεν απέδωσαν, γιατί και στις δύο περιπτώσεις η παρέμβαση της λογικής ήταν αναπόφευκτη.
Τελικά, ο υπερρεαλισμός θα καταφύγει σε δυο βασικούς παράγοντες, την τύχη και το υποσυνείδητο· όταν δηλαδή ο υπερρεαλιστής ποιητής γράφει, αφήνει το μηχανισμό της τύχης να προσδιορίσει τη μορφή του έργου του. Το ποίημα δηλαδή γράφεται χωρίς προκαθορισμένο στόχο, κάτω από την επίδραση του υποσυνείδητου, που είναι από τη φύση του φευγαλέο και δημιουργεί ζωηρές λεκτικές εντυπώσεις. Για τον υπερρεαλιστή ποιητή οι λέξεις είναι αυτόνομες και ελεύθερες. Η δύναμη και η ορμή τους βρίσκονται κυρίως στην έκταση, κατά την οποία ξεφεύγουν από το επιβεβλημένο νόημά τους, συνδυαζόμενες μεταξύ τους χωρίς να υπακούουν σε ορθολογικούς νόμους. (Η ανάγνωση των παραπάνω να συνδυαστεί με τη μελέτη των ποιημάτων του Ανδρ. Εμπειρίκου που, ακολουθώντας τις βασικές αρχές του υπερρεαλισμού, προσπάθησε με την ποίησή του να δημιουργεί ζωηρές λεκτικές εντυπώσεις κι οι λέξεις του, όταν συνδυαστούν μεταξύ τους, δεν υπακούουν πάντοτε σε ορθολογικούς νόμους).
Γενικά, ο υπερρεαλισμός υπήρξε το πιο σημαντικό καλλιτεχνικό κίνημα του μεσοπολέμου, που επηρέασε πολύ τη νεότερη ποίηση. Πρέπει όμως να σημειωθεί πως η νεότερη ελληνική ποίηση δεν επηρεάστηκε μόνο από τον υπερρεαλισμό, αλλά και από το συμβολισμό. Από τη γενιά του '30, που ανανέωσε την ελληνική ποίηση, ακραιφνείς υπερρεαλιστές είναι ο Ανδρέας Εμπειρίκος κι ο Νίκος Εγγονόπουλος· ο Οδυσσέας Ελύτης, επίσης, επηρεάστηκε πολύ από τον υπερρεαλισμό. Αντίθετα, η ποίηση του Γιώργου Σεφέρη κι άλλων ποιητών, δέχτηκε την επίδραση του συμβολισμού. Αυτό όμως δε σημαίνει πως αγνόησαν τα διδάγματα του υπερρεαλισμού· ως ένα βαθμό, ο υπερρεαλιστικός τρόπος γραφής έχει επηρεάσει και τη δική τους ποίηση.

Quotes













 Νεοσυμβολισμός (1920-1930)

Γύρω στα 1920, κάνουν την εμφάνισή τους ορισμένοι ποιητές βαθύτατα επηρεασμένοι απ’ το γαλλικό συμβολισμό, τους οποίους συνήθως κατατάσσουμε στη λεγόμενη ομάδα του νεοσυμβολισμού. Οι κυριότεροι εκπρόσωποι αυτής της ομάδας είναι οι Κώστας Ουράνης, Ναπολέων Λαπαθιώτης, Τέλλος Άγρας, Μήτσος Παπανικολάου, Μαρία Πολυδούρη, Κώστας Γ. Καρυωτάκης, καθώς και ορισμένοι άλλοι ελάσσονες ποιητές.
Όλοι αυτοί, κυρίως στο διάστημα της δεκαετίας 1920-1930, γίνονται συντελεστές ορισμένων ουσιαστικών αλλαγών στο χώρο της νεοελληνικής ποίησης, την οποία ανανεώνουν και θεματικά και μορφικά. Πιο συγκεκριμένα:
-   απομακρύνονται και αποδεσμεύονται από την παλαμική μεγαλοστομία και από τον ποιητικό ρητορισμό
-   εισάγουν το χαμηλόφωνο και ιδιαίτερα μουσικό τόνο στην ποίησή τους και γίνονται εκφραστές κυρίως τραυματικών συναισθημάτων και ψυχικών καταστάσεων.
Οι ποιητές αυτοί, επειδή ακριβώς έχουν επηρεαστεί έντονα από το κλίμα και την ατμόσφαιρα του γαλλικού συμβολισμού, είναι οπαδοί του χαμηλού και ήπιου λυρισμού, που εκφράζει κυρίως τους εσωτερικούς ψυχικούς κυματισμούς του μεμονωμένου και μοναχικού ατόμου. Ο ποιητικός, δηλαδή, νεοσυμβολισμός, ως ποιητική πράξη, εκφράζει το άτομο το τραυματισμένο από τη γύρω σκληρή πραγματικότητα, που όμως αποσύρθηκε στον εαυτό του και αναζητά τη λύτρωση στη φυγή προς το παρελθόν και στη νοσταλγία για ό,τι έχει περάσει και χαθεί οριστικά. Απ’ αυτό το κλίμα της νεο-ρομαντικής και ουτοπικής νοσταλγίας ξεφεύγει κάπως μόνον ο Καρυωτάκης, ο οποίος δε γράφει ποίηση ερήμην της ιστορίας και της τραυματικής πραγματικότητας που τον περιβάλλει. Σε αντίθεση με τους άλλους νεοσυμβολιστές, γίνεται εκφραστής αυτής της πραγματικότητας που τη σατιρίζει και τη σαρκάζει. Γι’ αυτό και είναι ο κορυφαίος ποιητής του νεοσυμβολισμού.

















Συμβολισμός (1900)

Τα χαρακτηριστικά της συμβολιστικής ποίησης μπορούν να καθοριστούν ως εξής:
-   η προσπάθεια απόδοσης των ψυχικών καταστάσεων με τρόπο έμμεσο και συμβολικό, δηλαδή μέσα από τη χρήση των συμβόλων· αυτή η προσπάθεια οδηγεί σε μια υπαινικτική και υποβλητική χρήση της γλώσσας, σε συνδυασμό με μια διαισθητική σύλληψη των πραγμάτων και μιαν αφθονία εικόνων και μεταφορών (όλα αυτά τα στοιχεία μαζί κάνουν ασφαλώς το ποίημα πιο δυσνόητο)
-  η αποφυγή της σαφήνειας και η προσπάθεια για τη δημιουργία ενός κλίματος ρευστού, συγκεχυμένου, ασαφούς και θολού, που συνυπάρχει με μια διάθεση ρεμβασμού, μελαγχολίας και ονειροπόλησης
-     η έντονη πνευματικότητα, ο ιδεαλισμός και, σε πολλές περιπτώσεις, ο μυστικισμός
-  η προσπάθεια να ταυτιστεί η ποίηση με τη μουσική, που εκδηλώνεται με την έντονη μουσικότητα και τον υποβλητικό χαρακτήρα του στίχου (απευθύνεται ταυτόχρονα στην ακοή και στο συναίσθημα)
-  οι πολλές τεχνικές, μορφολογικές και εκφραστικές καινοτομίες: χαλαρή ομοιοκαταληξία, ανομοιοκατάληκτος ή ελεύθερος στίχος, πολλά και πρωτότυπα σχήματα λόγου, ιδιόρρυθμη σύνταξη, νέο λεξιλόγιο κτλ.
-  ο περιορισμός του νοηματικού περιεχομένου του ποιήματος στο ελάχιστο: η ποίηση απαλλάσσεται από κάθε φιλοσοφικό και ηθικο-διδακτικό στοιχείο, καθώς και από ρητορισμούς ή θέματα του δημόσιου βίου· γίνεται αυτό που θα έπρεπε πάντοτε να είναι, δηλαδή καθαρή ποίηση (poésie pure), γεμάτη μαγεία και γοητεία.

Ο ελληνικός συμβολισμός έχει όλα τα βασικά χαρακτηριστικά του γαλλικού, αν και μπορούμε να πούμε ότι οι Έλληνες ποιητές οικειοποιούνται κυρίως δύο από τις βασικές αρχές του γαλλικού κινήματος:
α) τον υπαινικτικό και υποβλητικό χαρακτήρα της ποίησης, που στρέφει νου και αισθήματα προς την υψηλότερη σφαίρα των ιδεών
β) την αίσθηση του ποιητή (ενδεχομένως και του αναγνώστη) ότι, όταν κάποιος μπορέσει να φτάσει σ’ αυτή τη σφαίρα, θεωρεί πλέον την πραγματικότητα ως έναν ταπεινό τόπο μελαγχολίας και απελπισίας.

Οι αυθεντικοί συμβολιστές στη χώρα μας είναι ελάχιστοι και αξίζει ίσως να αναφέρουμε τους Γιάννη Καμπύση, Σπήλιο Πασαγιάννη και Κωνσταντίνο Χατζόπουλο.
Πέρα όμως από τους παραπάνω, συμβολιστικά στοιχεία ή επιρροές μπορούμε να εντοπίσουμε σε πολλούς ακόμη ποιητές, όχι μόνο στις αρχές του αιώνα μας αλλά και αργότερα· χαρακτηριστικά αναφέρουμε τους Λορέντζο Μαβίλη, Ιωάννη Γρυπάρη, Λάμπρο Πορφύρα, Κωστή Παλαμά, Κ. Π. Καβάφη, Μιλτιάδη Μαλακάση, Ζαχαρία Παπαντωνίου, Απόστολο Μελαχροινό κ.ά.

Κωνσταντίνος Καβάφης

Ο Κωνσταντίνος Καβάφης που δεν εντάσσεται σε κάποιο συγκεκριμένο λογοτεχνικό ρεύμα αποτέλεσε -όπως και ο Κώστας Καρυωτάκης- προπομπό της μοντέρνας ποίησης, με τον ιδιαίτερο και καινοτόμο τρόπο που χειρίστηκε τον ποιητικό λόγο.
Η ποίηση του Καβάφη είναι ρεαλιστική, με επιρροές από τον συμβολισμό, και πιθανώς απ’ τον παρνασσισμό, σε ό,τι τουλάχιστον αφορά την άρτια επεξεργασία του λόγου. Ο Καβάφης απομακρύνεται από στοιχεία της παραδοσιακής ποίησης, όπως είναι η ομοιοκαταληξία και ο έλεγχος του αριθμού των στίχων. Θα χρησιμοποιήσει ελεύθερο στίχο, και θα αποφύγει τη λυρική διάσταση της ποίησης, βρίσκοντας τη δική του ιδανική έκφραση στο πεζολογικό ύφος.
Με χρήση και της δημοτικής, αλλά και της καθαρεύουσας θα δώσει ποιήματα που βασίζονται στη ρεαλιστική απεικόνιση των ανθρώπων και της συμπεριφοράς τους. Ποίηση καθαρά νοητικής σύλληψης, που δίνει έμφαση στα μεταδιδόμενα μηνύματα και περνά πέρα από τη λυρική μετάδοση συναισθημάτων.
Η ιστορία, η φιλοσοφική θέαση της ζωής, ο έρωτας συνιστούν κεντρικές θεματικές, τις οποίες ο Αλεξανδρινός πραγματεύεται με ποιητικό λόγο που βασίζεται στην ειρωνεία, τη θεατρικότητα, τη διδακτική διάθεση και την έμμονη προσήλωση στην ακριβολογία της διατύπωσης.  
Παρνασσισμός (Νέα Αθηναϊκή Σχολή) (1880)

Ο παρνασσισμός αντιδρώντας στη θεματική του ξεπεσμένου ρομαντισμού αλλά και στο ατημέλητο ύφος και στους υπερβολικούς αισθηματισμούς του, αναζήτησε την έμπνευσή του στην κλασική παράδοση, κυρίως στον αρχαίο ελληνικό και ρωμαϊκό πολιτισμό. Πρόβαλε ως έμβλημά του την απάθεια και ως ιδανικό την άψογη μορφική εμφάνιση των ποιημάτων.
Οι παρνασσιστές αγαπούν τον ηχηρό και ρωμαλέο στίχο, επιμένουν στην πλαστική του επεξεργασία και την πλούσια ομοιοκαταληξία και αποδίδουν πολύ μεγάλη σημασία στην ανεύρεση και τη χρήση της μοναδικής λέξης, αλλά και στις πολύ έντονες εκρηκτικές εικόνες και φράσεις, οργανωμένες όμως σε αυστηρή ισορροπία. Επιδιώκουν επίσης τον ηχητικό πλούτο και γενικότερα την εκμετάλλευση ως την ακρότητα των ρυθμικών και πλαστικών στοιχείων του στίχου. Η επίμονη όμως προσπάθεια για μορφική τελειότητα του στίχου οδήγησε τελικά σε επίδειξη ικανότητας στο χειρισμό των ποιητικών κανόνων και μόνο, με αποτέλεσμα να λείπει από τα ποιήματά τους η ζωή και η ανθρώπινη τρυφερότητα.
Οι Έλληνες όμως παρνασσικοί, όσο και αν ακολουθούσαν τους Γάλλους συναδέλφους τους, δεν έφτασαν ποτέ στην τέλεια απάθεια· διατήρησαν αρκετή αισθηματολογία, όχι τόσο με τη ρομαντική έννοια, όσο με την έννοια κάποιας υποκειμενικής στάσης απέναντι στα θέματά τους. Κοντά στην επιμέλεια του στίχου εισάγουν στα ποιήματά τους την καθημερινότητα, την απλότητα στην έκφραση και τη θέρμη της κοινής ομιλίας.
Ένα πολύ σημαντικό στοιχείο σε σχέση με το ρομαντισμό, είναι ότι ο παρνασσισμός αρνείται την καθαρεύουσα και στρέφεται προς τη δημοτική (οι Έλληνες παρνασσικοί ποιητές ανήκουν στη λεγόμενη γενιά του δημοτικισμού).
Οι Έλληνες ποιητές εμπνεύστηκαν απευθείας από τη γαλλική ποίηση· προσπάθησαν, όμως, να προσαρμόσουν τα θέματα και τις ποιητικές τους ιδέες στα ελληνικά δεδομένα. Παρνασσικά ποιήματα έγραψαν κυρίως οι Κωστής Παλαμάς, Ιωάννης Γρυπάρης, Γεώργιος Δροσίνης, Ν. Καμπάς, Αριστομένης Προβελέγγιος, Λορέντζος Μαβίλης κ.ά., καθώς και οι κάπως μεταγενέστεροι Άγγελος Σικελιανός και Κώστας Βάρναλης.
Ρομαντισμός (1830-1880)

Σε αντίθεση με τη γόνιμη επαφή που είχαν οι Επτανήσιοι με τον Ρομαντισμό, οι Φαναριώτες ποιητές της 1ης Αθηναϊκής Σχολής θα ακολουθήσουν το ευρωπαϊκό αυτό κίνημα με τρόπο που θα αποδώσει ελάχιστα αξιόλογα έργα.
Ο ελληνικός ρομαντισμός της Αθηναϊκής Σχολής διαμορφώνει τα εξής χαρακτηριστικά:
α) στροφή προς το ένδοξο παρελθόν (το αρχαίο και το πρόσφατο),
β) χρήση της καθαρεύουσας,
γ) μελαγχολική διάθεση που φτάνει ως την απαισιοδοξία και την έμμονη ιδέα του θανάτου,
δ) χαλαρή έκφραση που μερικές φορές φτάνει ως την προχειρολογία,
ε) ύφος πομπώδες.
Εκπρόσωποι: Παναγιώτης και Αλέξανδρος Σούτσος, Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής, Γεώργιος Ζαλοκώστας, Ιωάννης Καρασούτσας, Δημοσθένης Βαλαβάνης, Δημήτριος Παπαρηγόπουλος, Αχιλλέας Παράσχος κ.ά.
Επτανησιακή Σχολή:

Οι Επτανήσιοι ποιητές, με κύριο εκπρόσωπο τον Διονύσιο Σολωμό, αντλούν στοιχεία από δύο αντιτιθέμενα μεταξύ τους ρεύματα: τον κλασικισμό (νεοκλασικισμό) και τον ρομαντισμό.
Ο νεοκλασικισμός, όπως τον γνώρισαν οι Επτανήσιοι μέσω της Ιταλίας, ζητά τη σαφήνεια, τη λιτότητα, την απλότητα και την περιεκτικότητα στην έκφραση, καθώς και την άρτια επεξεργασία της μορφής του ποιήματος, επιδιώκοντας την καθαρότητα εκείνη που συναντά κανείς στην αρχαιοελληνική τέχνη (ιδίως στη γλυπτική). Ζητά τη σύνδεση με τις αξίες του παρελθόντος, την κυριαρχία του πνεύματος (ορθολογισμός) και την αυστηρή τυποποίηση των λογοτεχνικών δημιουργημάτων.
Ο ρομαντισμός, ωστόσο, συγκρούεται με τον κλασικισμό και το ορθολογικό πνεύμα του διαφωτισμού∙ αντιτίθεται στην τυποποίηση και γενικά στην παράδοση. Δίνει έμφαση στο συναίσθημα και τη φαντασία, στο απόλυτο και το υπερβολικό, στο συγκινησιακό και το ιδανικό. Ο δημιουργός αισθάνεται πλέον απόλυτα ελεύθερος να αποκαλύψει μέσα από την τέχνη την προσωπική του ιδιοφυία και κάθε του διαίσθηση.
Οι Επτανήσιοι θα λάβουν απ’ τον κλασικισμό την αξία της άρτιας μορφολογικής επεξεργασίας, καθώς και την επιδίωξη της περιεκτικότητας και λιτότητας στο λόγο τους. Θα αξιοποιήσουν, εντούτοις, κι εκείνα τα στοιχεία του ρομαντισμού που ανταποκρίνονται στις δικές τους πνευματικές αναζητήσεις:
- η προσωπική εμπειρία της φύσης, ο θεός, η περιπέτεια, ο έρωτας στην εξιδανικευμένη του διάσταση
- η σύνδεση της τέχνης με τη ζωή, και άρα η αποδοχή των αγώνων για την ελευθερία και την εθνική ανεξαρτησία, υιοθέτηση των ιδανικών της επανάστασης
- το μυστηριώδες, το όνειρο, το υπερφυσικό
- η χρησιμοποίηση υποβλητικών σκηνικών
Η Επτανησιακή Σχολή χρησιμοποιώντας τη δημοτική γλώσσα θα υμνήσει την πατρίδα (και την ελευθερία της), τη φύση (με την οποία ο άνθρωπος βρίσκεται σε διαρκή σύνδεση), τη γυναίκα (ο εξιδανικευμένος, αγνός και συχνά πνευματικός έρωτας) και τη θρησκεία.
Εκπρόσωποι: Διονύσιος Σολωμός, Ιάκωβος Πολυλάς, Γεώργιος Τερτσέτης, Γεράσιμος Μαρκοράς, Ιούλιος Τυπάλδος, Λορέντζος Μαβίλης κ.ά.
Λογοτεχνία Α΄ Λυκείου
 Παράδοση και Μοντερνισμός.

Τα Βασικά Χαρακτηριστικά της Νεότερης Ποίησης
 1) εξωτερικά-μορφικά και 2) εσωτερικά.
1) εξωτερικά-μορφικά χαρακτηριστικά. Η νεότερη ποίηση εγκαταλείπει τα εξωτερικά στοιχεία, που χρησιμοποιούσε η παραδοσιακή. Τα κυριότερα από αυτά είναι οι ομοιόμορφες (ως προς τον αριθμό των στίχων κτλ.) στροφές, η ομοιοκαταληξία, που γινόταν σύμφωνα με ορισμένους κανόνες, και το μέτρο.
2) εσωτερικά χαρακτηριστικά.Η παραδοσιακή ποίηση υποτάσσει το ποίημα σε ορισμένους κανόνες. Ο σπουδαιότερος είναι πως το ποίημα πρέπει να διέπεται από λογική αλληλουχία. Αντίθετα, στη νεότερη ποίηση παρακολουθούμε το ποίημα την ώρα, σχεδόν, της δημιουργίας του.
Μέσα σ’ αυτό θα περάσουν εικόνες όχι πάντα ολοκληρωμένες, αλλά ασχημάτιστες, έτσι όπως ανεβαίνουν από το υποσυνείδητο κατά την ώρα της δημιουργίας του. Ας σημειωθεί, τέλος, ότι στη νεότερη ποίηση: I. Μπορεί να λείπει το μέτρο, ο εσωτερικός όμως ρυθμός υπάρχει. II. Η λογική αλληλουχία, που διέπει κάθε παραδοσιακό ποίημα, χαλαρώνει και το ποίημα λειτουργεί βασικά με τους μηχανισμούς των προεκτάσεων και των συνειρμών.

Βασικά χαρακτηριστικά της ανανέωσης που παρατηρείται στους εκφραστικούς τρόπους της νεότερης ποίησης είναι:
1. ο ελεύθερος στίχος,
2. η χρήση του λεξιλογίου της καθημερινής ομιλίας,
3. η κατάργηση: α) της λογικής αλληλουχίας του ποιήματος,
β) του μέτρου,
γ) της ομοιοκαταληξίας,
δ) της ομοιομορφίας ως προς τον αριθμό των στίχων,
ε) της διαίρεσης του ποιήματος σε στροφές με βάση αυστηρούς κανόνες δόμησης.

Βασικό γνώρισμα της ποίησης του μοντερνισμού είναι η διάλυση της μορφής και η διάθεση για πειραματισμό. Ο ελεύθερος στίχος εξοστρακίζει το μέτρο και την ομοιοκαταληξία· οι γραμματικοί και οι συντακτικοί κανόνες παραβιάζονται· οι προτάσεις γίνονται αποσπασματικές και ελλειπτικές, τα σημεία στίξης καταργούνται. Τα διακοσμητικά στοιχεία και η φροντίδα για το «ωραίο ύφος» εγκαταλείπονται και συχνά επιλέγονται στοιχεία που ως τότε θεωρούνταν αντι-ποιητικά. Οι τολμηρές μεταφορές και οι απροσδόκητοι και ετερόκλητοι συνδυασμοί λέξεων κυριαρχούν· οι εικόνες ή οι ελεύθεροι συνειρμοί αφθονούν, ιδίως στην υπερρεαλιστική ποίηση. Η ποιητική γλώσσα γίνεται συμβολική, ελλειπτική, υπαινικτική, πολύσημη, ενώ αδιαφορεί για τις συμβάσεις και την ανάγκη κατανόησης.
Η θραύση —συχνά η ολοκληρωτική άρνηση— της παραδοσιακής μορφής, σε συνδυασμό με την έντονη επιρροή της ψυχανάλυσης σε πολλούς ποιητές, απελευθερώνει την καταλυτική λειτουργία της φαντασίας και του ονείρου, υποδηλώνοντας την κατάρρευση της λογικής συνοχής του κόσμου. Η αρχή της μίμησης, επάνω στην οποία θεμελιώθηκε η τέχνη του λόγου από την αρχαιότητα μέχρι τα τέλη του 18ου αιώνα, εγκαταλείπεται πλέον οριστικά. Η ποίηση παίρνει διαζύγιο από την αναφορά της στον εμπειρικό κόσμο και καθίσταται αυτάρκης και αυτόνομη. Φυσικά, το ποίημα εξακολουθεί να θεωρείται φορέας νοημάτων, με τη διαφορά ότι τα νοήματα αυτά δεν αναζητούνται πλέον στη σχέση του λογοτεχνικού έργου με την εξωτερική πραγματικότητα.



Ξενοφώντος «Ελληνικά» 16-23 Μετάφραση
16 Ενώ τα πράγματα βρίσκονταν σ’ αυτό το σημείο, ο Θηραμένης υποστήριξε στη συνέλευση του λαού ότι, αν θελήσουν να στείλουν τον ίδιο στο Λύσανδρο, θα επιστρέψει γνωρίζοντας τι από τα δύο συμβαίνει, αν δηλαδή οι Λακεδαιμόνιοι επιμένουν στο ζήτημα της κατεδάφισης των τειχών, επειδή θέλουν να  εξανδραποδίσουν την πόλη ή για να έχουν κάποια εγγύηση καλής πίστης. Όταν όμως οι Αθηναίοι τον έστειλαν, έμεινε κοντά στο Λύσανδρο καθυστερώντας για περισσότερο από τρεις μήνες, περιμένοντας πότε αυτοί, εξαιτίας της παντελούς έλλειψης τροφίμων, θα αποδέχονταν οποιοδήποτε όρο τους πρότεινε κάποιος.

17 Αφού, λοιπόν, επέστρεψε τέσσερις μήνες μετά, ανέφερε στη συνέλευση του λαού ότι τάχα τον κρατούσε αρχικά ο Λύσανδρος, και στη συνέχεια τον διέταξε να πάει στη Λακεδαίμονα, γιατί δεν ήταν ο ίδιος αρμόδιος να δώσει απαντήσεις στα  ζητήματα για τα οποία τον ρωτούσε, αλλά οι έφοροι. Μετά από αυτά εκλέχτηκε για να σταλεί μαζί με άλλους εννέα ως πρεσβευτής στη Λακεδαίμονα με απόλυτη πληρεξουσιότητα.18 Ο Λύσανδρος έστειλε στους εφόρους, μαζί με άλλους Λακεδαιμονίους, τον Αριστοτέλη, ο οποίος ήταν Αθηναίος εξόριστος, για να τους ενημερώσει ότι απάντησε στο Θηραμένη πως αυτοί είχαν την δικαιοδοσία να αποφασίζουν για πόλεμο και ειρήνη.19 Όταν, λοιπόν, ο Θηραμένης και οι άλλοι πρέσβεις έφτασαν στη Σελλασία και (οι έφοροι) τους ρώτησαν με ποιες προτάσεις είχαν έρθει, αυτοί απάντησαν ότι είχαν έρθει με απόλυτη πληρεξουσιότητα να διαπραγματευτούν την ειρήνη. Τότε οι έφοροι διέταξαν να τους καλέσουν στη Σπάρτη. Όταν έφτασαν εκεί συγκάλεσαν συνέλευση, στην οποία και άλλοι πολλοί από τους Έλληνες, προπάντων όμως οι Κορίνθιοι και οι Θηβαίοι, αντιπρότειναν να μην συνθηκολογήσουν με τους Αθηναίους, αλλά να τους καταστρέψουν ολοσχερώς.20 Οι Λακεδαιμόνιοι, όμως, αρνήθηκαν να εξανδραποδίσουν πόλη ελληνική, η οποία είχε προσφέρει πολύ μεγάλες υπηρεσίες στην Ελλάδα όταν διέτρεχε τον έσχατο κίνδυνο, αλλά ήταν διατεθειμένοι να συνάψουν ειρήνη υπό τον όρο οι Αθηναίοι, αφού γκρεμίσουν τα Μακρά τείχη και τα τείχη του Πειραιά και παραδώσουν όλα τα πλοία τους, εκτός από δώδεκα και φέρουν πίσω τους εξόριστους, έχοντας τους ίδιους εχθρούς και φίλους με τους Λακεδαιμονίους να ακολουθούν αυτούς και στη στεριά και στη θάλασσα, σε οποιαδήποτε επιχείρηση.21 Ο Θηραμένης και οι πρέσβεις που ήταν μαζί του επέστρεψαν με αυτούς τους όρους ως προτεινόμενους στους Αθηναίους Με την είσοδό τους στην πόλη τους περικύκλωνε λαός πολύς, επειδή φοβόταν μήπως είχαν επιστρέψει άπρακτοι· γιατί δεν χωρούσε πια άλλη αναβολή, καθώς ήταν πολλοί αυτοί που πέθαιναν από την πείνα.22 Την επόμενη μέρα οι πρέσβεις ανακοίνωσαν με ποιους όρους οι Λακεδαιμόνιοι θα έκαναν την ειρήνη· και εξ ονόματος τους μίλησε ο Θηραμένης που υποστήριζε ότι πρέπει να αποδεχθούν τους όρους των Λακεδαιμονίων και να γκρεμίσουν τα τείχη. Μερικοί διαφώνησαν μαζί του, οι περισσότεροι όμως επιδοκίμασαν τις προτάσεις του και αποφασίστηκε να δεχτούν την ειρήνη. 23  Μετά από αυτά ο Λύσανδρος κατέπλευσε στον Πειραιά και οι εξόριστοι επέστρεψαν στην Αθήνα και πανηγυρίζοντας υπό τον ήχο των αυλών , άρχισαν με μεγάλη προθυμία να γκρεμίζουν τα τείχη, γιατί θεωρούσαν ότι εκείνη η ημέρα ήταν η πρώτη της ελευθερίας στην Ελλάδα.
Ξενοφώντος «Ελληνικά» Παράγραφοι 1~4 Μετάφραση
Αφού λοιπόν ρύθμισε την κατάσταση στη Λάμψακο ο Λύσσανδρος,έπλεε προς το Βυζάντιο και την Καλχηδόνα.Και αυτοί τον υποδέχονταν,αφού πρώτα άφησαν τους φρουρούς των Αθηναίων να πάρουν και να θάψουν τα πτώματα.Ενώ αντίθετα,όσοι πρόδωσαν τότε το Βυζάντιο στον Αλκιβιάδη,διέφυγαν  στον Πόντο,ύστερα όμως στην Αθήνα και έγιναν Αθηναίοι.Ο Λύσσανδρος λοιπόν,τους φρουρούς των Αθηναίων και όποιον άλλον ήξερε πως ήταν Αθηναίος,τους έστελνε στην Αθήνα ,προσφέροντας ασφάλεια μόνον σε όσους έπλεαν προς τα ‘κει κι όχι αλλού,επειδή γνώριζε καλά ότι όσο περισσότεροι μαζευτούν στην πόλη και στον Πειραιά,θα υπάρξει γρηγορότερα έλλειψη των απαραίτητων αγαθών.Έτσι,αφού άφησε ως αρμοστή του Βυζαντίου και της Καλχηδόνας το Σθενέλαο το Λάκωνα,ο ίδιος επέστρεψε στη Λάμψακο και επισκεύαζε τα πλοία.
Ήταν νύχτα όταν η Πάραλος έφτασε στην Αθήνα φέρνοντας την είδηση της συμφοράς.Κι ο θρήνος μέσα από τα μακρά τείχη έφτανε από τον Πειραιά ως την Αθήνα ,καθώς ανάγγελνε την είδηση ο ένας στον άλλον.Και την νύχτα εκείνη δεν κοιμήθηκε κανείς,όχι μόνο γιατί πενθούσαν αυτούς που είχαν χαθεί,αλλά πολύ περισσότερο τους εαυτούς τους ,νομίζοντας πως θα πάθουν αυτά που έκαναν στους Μηλίους ,που ήταν άποικοι των Λακεδαιμονίων,αφού τους πολιόρκησαν και τους πολιόρκησαν και τους κατοίκους της Ιστιαίας και της Σκιώνης και της Τορώνης και της Αίγινας και σε άλλους πολλούς από τους Έλληνες.Την επόμενη μέρα έκαναν συνέλευση,στην οποία αποφάσισαν να φράξουν τα λιμάνια,εκτός από ένα και να επισκευάσουν τα τείχη και να εγκαταστήσουν φύλακες και όλα τα άλλα να τα ετοιμάσουν σαν βρίσκονταν σε κατάσταση πολιορκίας.
Η ΖΩΗ ΤΟΥ ΞΕΝΟΦΩΝΤΑ
Τι γνωρίζετε για την καταγωγή (γέννηση, οικογενειακό περιβάλλον), τη μόρφωση του Ξενοφώντα και τις πολιτικές συνθήκες της εποχής του;  
O Ξενοφών γεννήθηκε (μεταξύ 431 και 429 π.Χ.) στον δήμο της Ερχιάς της Αττικής. O πατέρας του Γρύλλος ήταν εύπορος κτηματίας, ο Ξενοφών πήρε καλή μόρφωση και διατήρησε σ” όλη του τη ζωή την αγάπη για τα άλογα και για την οργάνωση και διαχείριση ενός αγροκτήματος. Yπηρέτησε στο σώμα των ιππέων, μαζί με άλλους εύπορους νέους της εποχής του, γνωρίστηκε με τον Σωκράτη και έζησε τις περιπέτειες της Αθήνας στα ταραγμένα χρόνια του Πελοποννησιακού πολέμου ως την ήττα του 404 π.Χ., την άνοδο των τριάκοντα τυράννων στην εξουσία και την αποκατάσταση της δημοκρατίας το 403 π.Χ.
2. Τι γνωρίζετε για τη μόρφωση του Ξενοφώντα και ποιες ιστορικές μορφές άσκησαν επίδραση στην προσωπικότητα και τις ιδέες του; Μονάδες 10 
O Ξενοφών πήρε καλή μόρφωση και διατήρησε σ” όλη του τη ζωή την αγάπη για τα άλογα και για την οργάνωση και διαχείριση ενός αγροκτήματος. Δύο ιστορικές μορφές άσκησαν βαθύτατη επίδραση στην προσωπικότητα και στις ιδέες του Ξενοφώντος. Ο Σωκράτης με το πρότυπο ζωής που πρόβαλε και ο Αγησίλαος με τα ηγετικά του προσόντα και την απλότητα της συμπεριφοράς του.
3.Τι γνωρίζετε για τη συμμετοχή του Ξενοφώντα στην εκστρατεία του Κύρου; Μονάδες 10 
O φίλος του Πρόξενος του πρότεινε να μετάσχει στην εκστρατεία που ετοίμασε ο Κύρος, για να εκθρονίσει τον αδελφό του, τον βασιλιά της Περσίας Αρταξέρξη Β”. Συγκροτήθηκε εκστρατευτικό σώμα με δέκα χιλιάδες μισθοφόρους από διάφορες πόλεις. Μετά τη μάχη στα Κούναξα και τον θάνατο του Κύρου (401 π.Χ.), ο Ξενοφών ανέλαβε ηγετικές πρωτοβουλίες για την επιστροφή των μισθοφόρων στην Ελλάδα. H περιπετειώδης πορεία τους κατέληξε στον Εύξεινο Πόντο και από εκεί στο Βυζάντιο και στα παράλια του Αιγαίου.
 4. Ποιοι λόγοι οδήγησαν τον Ξενοφώντα στην εξορία; 
O Ξενοφών, έμπειρος στρατιωτικός πλέον, παρέμεινε για σύντομο χρονικό διάστημα στη Θράκη ως μισθοφόρος του βασιλιά Σεύθη των Οδρυσών, και κατόπιν ήλθε σε επαφή με τις μονάδες του σπαρτιατικού στρατού στα παράλια της Μ. Ασίας (399π.Χ.). O βασιλιάς Αγησίλαος ανέλαβε την ηγεσία των μονάδων αυτών (396 π.Χ.) και ο Ξενοφών εντυπωσιάστηκε από την προσωπικότητά του, ώστε τον ακολούθησε μαζί με τον σπαρτιατικό στρατό, στη μάχη της Κορώνειας (394 π.Χ.) εναντίον του ευρύτερου αντισπαρτιατικού συνασπισμού, στον οποίο πρωτοστατούσαν η Αθήνα και η Θήβα. Μετά τη νίκη των Σπαρτιατών, ακολούθησε τον Αγησίλαο στους Δελφούς για τους επινίκιους πανηγυρισμούς. Η εξορία του από την πατρίδα του, την Αθήνα, ήταν και αναπόφευκτη και δικαιολογημένη.
 5. Να κατατάξετε τα ακόλουθα βιογραφικά στοιχεία του Ξενοφώντα κατά χρονική σειρά:
α) Συμμετείχε ως μισθοφόρος στο στράτευμα του Κύρου κατά του αδελφού του Αρταξέρξη.
β) Μεγάλωσε σε εύπορη οικογένεια στον Δήμο της Ερχιάς Αττικής.
γ) Ακολούθησε τον Σπαρτιάτη βασιλιά Αγησίλαο στη μάχη της Κορωνείας.
δ)  Υπηρέτησε στο σώμα των ιππέων της πατρίδας του, της Αθήνας.
ε) Οδήγησε τους Έλληνες μισθοφόρους (τους Μυρίους) από τα βάθη της Ασίας στην πατρίδα τους. Μονάδες 10  Απάντηση: β – δ – α – ε – γ.
6.  Να εξηγήσετε γιατί οι Αθηναίοι εξόρισαν τον Ξενοφώντα από την πατρίδα του (394 π.Χ.) και γιατί, πολύ αργότερα (365 π.Χ.), ανακάλεσαν αυτή την απόφασή τους.  
O Ξενοφών, έμπειρος στρατιωτικός πλέον, παρέμεινε για σύντομο χρονικό διάστημα στη Θράκη ως μισθοφόρος του βασιλιά Σεύθη των Οδρυσών, και κατόπιν ήλθε σε επαφή με τις μονάδες του σπαρτιατικού στρατού στα παράλια της Μ. Ασίας (399π.Χ.). O βασιλιάς Αγησίλαος ανέλαβε την ηγεσία των μονάδων αυτών (396 π.Χ.) και ο Ξενοφών εντυπωσιάστηκε από την προσωπικότητά του, ώστε τον ακολούθησε μαζί με τον σπαρτιατικό στρατό, στη μάχη της Κορώνειας (394 π.Χ.) εναντίον του ευρύτερου αντισπαρτιατικού συνασπισμού, στον οποίο πρωτοστατούσαν η Αθήνα και η Θήβα. Μετά τη νίκη των Σπαρτιατών, ακολούθησε τον Αγησίλαο στους Δελφούς για τους επινίκιους πανηγυρισμούς. Η εξορία του από την πατρίδα του, την Αθήνα, ήταν και αναπόφευκτη και δικαιολογημένη.
Όμως το 365π. Χ. οι Αθηναίοι και οι Σπαρτιάτες συνάπτουν συμμαχία, για να αντιμετωπίσουν από κοινού το νέο εχθρό, τους Θηβαίους. Αυτή η εξέλιξη οδήγησε στην άρση του ψηφίσματος για εξορία του συγγραφέα. Δεν είναι βέβαιο πότε γύρισε στην Αθήνα. Έστειλε πάντως τους γιους του να υπηρετήσουν στον αθηναϊκό στρατό και ο Γρύλλος σκοτώθηκε πολεμώντας κατά των Θηβαίων στη μάχη της Μαντινείας (362 π.Χ.). Οι τιμητικές εκδηλώσεις για τον θάνατο του δείχνουν ότι το όνομα του πατέρα του ήταν πολύ γνωστό.

7.  Ποιες ήταν οι σχέσεις του Ξενοφώντα με την πόλη της Σπάρτης; 
O Ξενοφών, έμπειρος στρατιωτικός πλέον, παρέμεινε για σύντομο χρονικό διάστημα στη Θράκη ως μισθοφόρος του βασιλιά Σεύθη των Οδρυσών, και κατόπιν ήλθε σε επαφή με τις μονάδες του σπαρτιατικού στρατού στα παράλια της Μ. Ασίας (399π.Χ.). O βασιλιάς Αγησίλαος ανέλαβε την ηγεσία των μονάδων αυτών (396 π.Χ.) και ο Ξενοφών εντυπωσιάστηκε από την προσωπικότητά του, ώστε τον ακολούθησε μαζί με τον σπαρτιατικό στρατό, στη μάχη της Κορώνειας (394 π.Χ.) εναντίον του ευρύτερου αντισπαρτιατικού συνασπισμού, στον οποίο πρωτοστατούσαν η Αθήνα και η Θήβα. Μετά τη νίκη των Σπαρτιατών, ακολούθησε τον Αγησίλαο στους Δελφούς για τους επινίκιους πανηγυρισμούς. Οι Σπαρτιάτες του πρόσφεραν «προξενίαν», άδεια διαμονής στη Σπάρτη και πολύ σύντομα του παραχώρησαν ένα μεγάλο κτήμα στον Σκιλλούντα, κοντά στην Ολυμπία, όπου έζησε περίπου είκοσι χρόνια ήρεμη οικογενειακή ζωή με τη γυναίκα του και τους δύο γιους του, τον Γρύλλο και τον Διόδωρο, και ασχολήθηκε μετη συγγραφή πολλών έργων του.
 8. Να κατατάξετε κατά χρονική σειρά τα ακόλουθα βιογραφικά στοιχεία του Ξενοφών τα:
α) Εγκαταστάθηκε στον Σκιλλούντα της Ολυμπίας, όπου ασχολήθηκε με το συγγραφικό του έργο.
β) Εξορίστηκε από την πατρίδα του, την Αθήνα.
γ) Αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το κτήμα του, στον Σκιλλούντα, και να μετακομίσει στην Κόρινθο.
δ) Οι Αθηναίοι επέτρεψαν στον Ξενοφώντα να επαναπατριστεί, μετά από την άρση του ψηφίσματος για εξορία.
ε) Έστειλε τους γιους του Γρύλλο και Διόδωρο να υπηρετήσουν στον αθηναϊκό στρατό.  Απάντηση: β – α – γ – δ – ε .
9. Ποιες στρατιωτικές υπηρεσίες προσέφερε ο Ξενοφών στον Αγησίλαο; Μονάδες 10 
O Ξενοφών, έμπειρος στρατιωτικός πλέον, παρέμεινε για σύντομο χρονικό διάστημα στη Θράκη ως μισθοφόρος του βασιλιά Σεύθη των Οδρυσών, και κατόπιν ήλθε σε επαφή με τις μονάδες του σπαρτιατικού στρατού στα παράλια της Μ. Ασίας (399π.Χ.). O βασιλιάς Αγησίλαος ανέλαβε την ηγεσία των μονάδων αυτών (396 π.Χ.) και ο Ξενοφών εντυπωσιάστηκε από την προσωπικότητά του, ώστε τον ακολούθησε μαζί με τον σπαρτιατικό στρατό, στη μάχη της Κορώνειας (394 π.Χ.) εναντίον του ευρύτερου αντισπαρτιατικού συνασπισμού, στον οποίο πρωτοστατούσαν η Αθήνα και η Θήβα. Μετά τη νίκη των Σπαρτιατών, ακολούθησε τον Αγησίλαο στους Δελφούς για τους επινίκιους πανηγυρισμούς.
 10. Ποιοι λόγοι οδήγησαν τους Αθηναίους στην άρση του ψηφίσματος της εξορίας του Ξενοφώντα;  
Όμως το 365π. Χ. οι Αθηναίοι και οι Σπαρτιάτες συνάπτουν συμμαχία, για να αντιμετωπίσουν από κοινού το νέο εχθρό, τους Θηβαίους. Αυτή η εξέλιξη οδήγησε στην άρση του ψηφίσματος για εξορία του συγγραφέα. Δεν είναι βέβαιο πότε γύρισε στην Αθήνα. Έστειλε πάντως τους γιους του να υπηρετήσουν στον αθηναϊκό στρατό και ο Γρύλλος σκοτώθηκε πολεμώντας κατά των Θηβαίων στη μάχη της Μαντινείας (362 π.Χ.). Οι τιμητικές εκδηλώσεις για τον θάνατο του δείχνουν ότι το όνομα του πατέρα του ήταν πολύ γνωστό.
 11. Οι Αθηναίοι με ψήφισμά τους εξόρισαν τον Ξενοφώντα, επειδή: α) αρνήθηκε να υπηρετήσει στον αθηναϊκό στρατό,  β) κατατάχτηκε ως μισθοφόρος στον στρατό του Κύρου, στη Μ. Ασία, γ) ανήκε στην τάξη των ιππέων και συναναστρεφόταν με τον Σωκράτη, δ) στη μάχη της Κορωνείας (494 π.Χ.), παρατάχτηκε με τον βασιλιά της Σπάρτης Αγησίλαο εναντίον της πατρίδας του, ε) δεν επέτρεψε στους γιους του να υπηρετήσουν στον αθηναϊκό στρατό.
Να επιλέξετε τη σωστή απάντηση, σημειώνοντας το αντίστοιχο γράμμα και να αναφέρετε αν οι Αθηναίοι αναθεώρησαν το ψήφισμα αυτό και με ποια αφορμή. 
Η σωστή απάντηση είναι το: δ) στη μάχη της Κορωνείας (494 π.Χ.), παρατάχτηκε με τον βασιλιά της Σπάρτης Αγησίλαο εναντίον της πατρίδας του.
Οι Αθηναίοι αναθεώρησαν το ψήφισμα αυτό το 365π. Χ. όταν οι Αθηναίοι και οι Σπαρτιάτες σύναψαν συμμαχία, για να αντιμετωπίσουν από κοινού το νέο εχθρό, τους Θηβαίους. Αυτή η εξέλιξη οδήγησε στην άρση του ψηφίσματος για εξορία του συγγραφέα. Δεν είναι βέβαιο πότε γύρισε στην Αθήνα. Έστειλε πάντως τους γιους του να υπηρετήσουν στον αθηναϊκό στρατό και ο Γρύλλος σκοτώθηκε πολεμώντας κατά των Θηβαίων στη μάχη της Μαντινείας (362 π.Χ.). Οι τιμητικές εκδηλώσεις για τον θάνατο του δείχνουν ότι το όνομα του πατέρα του ήταν πολύ γνωστό.
Ξενοφώντος «Ελληνικά» 18-23 Μετάφραση
Αφού είπε αυτά και στράφηκε προς τους εχθρούς, έκανε ησυχία˙ Γιατί και ο μάντης τους συμβούλευε να μην επιτεθούν παρά μόνο αφού κάποιος από τους δικούς τους ή σκοτωθεί ή τραυματισθεί˙  «Όταν γίνει αυτό, θα προχωρώ πρώτος», είπε, «εγώ, η νίκη όμως θα ανήκει σε σας, ενώ εμένα θα με βρει ο θάνατος, όπως τουλάχιστον μου φαίνεται». Και δεν διαψεύσθηκε, αλλά, όταν πήραν τα όπλα, ο ίδιος σαν να οδηγείται από κάποια μοίρα, αφού πρώτος πήδησε ορμητικά προς τα εμπρός και έπεσε πάνω στους εχθρούς, πεθαίνει και έχει ταφεί στην διάβαση του Κηφισού˙ οι άλλοι νικούσαν και κατεδίωξαν (τους αντιπάλους) μέχρι το ίσιωμα. Πέθαναν εκεί από τους Τράκοντα ο Κριτίας και ο Ιππόμαχος, ενώ από τους Δέκα άρχοντες του Πειραιά ο Χαρμίδης, ο γιος του Γλαύκωνα και περίπου εβδομήντα από τους άλλους. Τα όπλα τα πήραν, από κανέναν όμως από τους πολίτες δεν αφαίρεσαν τους χιτώνες. Όταν έγινε αυτό και περισυνέλεξαν τους εχθρούς ύστερα από συμφωνία, αφού πλησίασε ο ένας τον άλλον, πολλοί συζητούσαν μεταξύ τους. Και ο Κλεόκριτος, ο κήρυκας των μυημένων (στα Μυστήρια), καθώς είχε πολύ δυνατή φωνή, αφού επέβαλε σιωπή, είπε:  
Άνδρες πολίτες, γιατί μας εξορίζετε; Γιατί θέλετε να μας σκοτώσετε; Εμείς δεν κάναμε σε σας κανένα κακό μέχρι τώρα και
έχουμε συμμετάσχει μαζί σας σε πολύ σεβαστές τελετές και θυσίες και σε ομορφότατες εορτές και έχουμε υπάρξει και συγχορευτές και συμμαθητές και συστρατιώτες και έχουμε περάσει πολλούς κινδύνους με σας και στη ξηρά και στη θάλασσα για τη κοινή και των δυο μας σωτηρία και ελευθερία. Στο όνομα των πατρικών θεών και της συγγένειας εξ αίματος και εξ αγχιστείας και της φιλίας, διότι σε όλα αυτά έχουμε συμμετάσχει μαζί σας, σεβόμενοι και τους θεούς και του ανθρώπους
σταματήστε να σφάλλετε εις βάρος της πατρίδας και μην υπακούτε στους πάρα πολύ ασεβείς Τριάκοντα, οι οποίοι για προσωπικά τους οφέλη έχουν σκοτώσει σχεδόν περισσότερους Αθηναίους σε οκτώ μήνες παρά όλοι οι Πελοποννήσιοι πολεμώντας μας δέκα χρόνια. Αν και μπορούμε να ζούμε ειρηνικά, αυτοί προκαλούν μεταξύ μας τον πιο ντροπιαστικό και τον πιο σκληρό και ασεβή και μισητό και στους θεούς και στους ανθρώπους πόλεμο.
Αλλά να γνωρίζετε καλά ότι μερικούς από αυτούς που σκοτώθηκαν από εμάς, όχι μόνο εσείς αλλά και εμείς τους θρηνήσαμε.
Αυτός τέτοια έλεγε˙ οι υπόλοιποι άρχοντες, επειδή άκουγαν και άλλα τέτοια λόγια, οδήγησαν ξανά στο άστυ αυτούς που ήταν μαζί τους.
 Την επόμενη μέρα οι Τριάκοντα πολύ ταπεινωμένοι καί απομονωμένοι κάθονταν στην αίθουσα συνεδριάσεων. Από τους τρεις χιλιάδες, όπου ήταν ταγμένος ο καθένας, σε όλα τα μέρη της πόλεως διαφωνούσαν μεταξύ τους. Διότι, όσοι είχαν διαπράξει κάποιο σοβαρό αδίκημα και φοβούνταν, υποστήριζαν έντονα ότι δεν είναι ανάγκη να υποχωρούν σ’ αυτούς που βρίσκονταν στον Πειραιά˙ όσοι όμως πίστευαν ότι δεν είχαν διαπράξει κάποια αδικία, οι ίδιοι σκέφτονταν και τους άλλους συμβούλευαν ότι δεν χρειάζονταν καθόλου αυτές οι συμφορές και έλεγαν ότι δεν πρέπει να υπακούουν στους Τριάκοντα ούτε να τους επιτρέπουν να καταστρέφουν την πόλη. Και στο τέλος αποφάσισαν εκείνους να τους καθαιρέσουν και άλλους να εκλέξουν. Και εξέλεξαν δέκα, ένα από κάθε φυλή.

Ξενοφώντος «Ελληνικά»  50-56 Μετάφραση 


50-52 O Θηραμένης, αφού είπε αυτά, σταμάτησε (να μιλάει) και η βουλή φανερά  επιδοκίμασε με φωνές, επειδή ο Κριτίας κατάλαβε ότι, αν επιτρέψει στη βουλή να αποφασίσει με ψηφοφορία γι΄ αυτόν, (ο Θηραμένης) θα γλυτώσει, και επειδή αυτό το θεώρησε ανυπόφορο, αφού πλησίασε και συζήτησε κάτι με τους Τριάκοντα, βγήκε έξω και διέταξε αυτούς που είχαν τα μαχαίρια να σταθούν φανερά στη βουλή κοντά στα κιγκλιδώματα.
Όταν πάλι μπήκε μέσα, είπε: « Εγώ, κύριοι βουλευτές, νομίζω ότι είναι έργο του ηγέτη τέτοιου, όπως πρέπει να είναι, ο οποίος, εφόσον βλέπει τους φίλους του να εξαπατώνται, να μην το επιτρέπει. Και εγώ λοιπόν αυτό θα κάνω. Διότι και αυτοί που στέκονται εδώ λένε ότι δεν θα  επιτρέψουν σε σας, αν αφήσουμε ελεύθερο άνδρα που φανερά βλάπτει την ολιγαρχία. Ορίζεται λοιπόν στους καινούργιους νόμους κανείς από όσους που ανήκουν στους τρεις χιλιάδες πολίτες να μην θανατώνεται χωρίς τη δική σας απόφαση, όσοι όμως δεν είναι στον κατάλογο, οι Τριάκοντα έχουν δικαίωμα να τους θανατώνουν. Εγώ λοιπόν, αυτόν εδώ τον Θηραμένη τον διαγράφω από τον κατάλογο με την σύμφωνη γνώμη όλων μας. Και αυτόν, είπε, εμείς θα τον θανατώσουμε.
53 Μόλις άκουσε αυτά ο Θηραμένης, πήδησε πάνω στην εστία και είπε: «Εγώ, είπε, άνδρες, σας ικετεύω σε ότι πιο δίκαιο υπάρχει, να μην έχει δικαίωμα ο Κριτίας να διαγράφει ούτε εμένα ούτε όποιον από εσάς θέλει, αλλά σύμφωνα με τον νόμο τον οποίο αυτοί έγραψαν σχετικά με αυτούς που περιλαμβάνονται στον κατάλογο, και εγώ και εσείς να κρινόμαστε.
Και αυτό βέβαια, είπε, μα τους θεούς δεν το αγνοώ, ότι σε τίποτα δεν θα με βοηθήσει αυτός εδώ ο βωμός, αλλά θέλω και αυτό να αποδείξω, ότι αυτοί δεν είναι μόνο προς στους ανθρώπους πάρα πολύ άδικοι αλλά και προς τους θεούς πολύ ασεβείς. Απορώ, όμως με σας, άνδρες καλοί και έντιμοι, αν δεν βοηθήσετε τον εαυτό σας , αν και γνωρίζετε ότι το δικό μου όνομα δεν διαγράφεται καθόλου πιο εύκολα από το όνομα καθενός από σας».
Μετά από αυτό ο κήρυκας των Τριάκοντα κάλεσε τους Έντεκα να συλλάβουν τον Θηραμένη˙ εκείνοι αφού μπήκαν μέσα μαζί με τους υπηρέτες, των οποίων ήταν αρχηγός ο Σάτυρος που ήταν θρασύτατος και αναιδέστατος, είπε ο Κριτίας: «Σας παραδίδουμε, είπε, τούτον εδώ τον Θηραμένη καταδικασμένο σύμφωνα με τον νόμο˙ εσείς αφού τον συλλάβετε και τον οδηγήσετε [οι ένδεκα] όπου πρέπει να εκτελέσετε τα περαιτέρω».
54-56 Όταν είπε αυτά, τον τραβούσε από τον βωμό, τον τραβούσαν και οι υπηρέτες. Ο Θηραμένης, όπως ήταν φυσικό, παρακαλούσε και τους θεούς και τους ανθρώπους να βλέπουν αυτά που συμβαίνουν. Οι βουλευτές παρέμεναν αδρανείς, επειδή έβλεπαν και αυτούς που στέκονταν στα κιγκλιδώματα να είναι όμοιοι με τον Σάτυρο και μπροστινό μέρος του Βουλευτηρίου να είναι γεμάτο από τους φρουρούς, και επειδή δεν αγνοούσαν ότι βρίσκονταν εκεί καρατώντας μαχαίρια.
Αυτοί έσυραν τον άνδρα μέσα από την αγορά φωνάζοντας με πάρα πολύ δυνατή φωνή τι πάθαινε. Λέγεται ακόμη και ένας λόγος και αυτός δικός του. Όταν είπε ο Σάτυρος ότι θα κλάψει, αν δεν σιωπάσει, τον ρώτησε: αν σιωπώ, άραγε δεν θα κλάψω; Και όταν έπινε το κώνειο, καθώς αναγκαζόταν να πεθάνει, είπαν ότι αφού  τις τελευταίες σταγόνες τις έριξε κάτω, όπως στον κότταβο, είπε αυτός: Αυτό ας είναι για τον όμορφο Κριτία. Και δεν αγνοώ βέβαια ότι αυτά δεν είναι αξιόλογα λόγια, θεωρώ όμως αυτό το γνώρισμα του άνδρα θαυμαστό, το ότι την ώρα που ο θάνατος πλησίαζε δεν τον εγκατέλειψαν η αυτοκυριαρχία και η ετοιμότητα του πνεύματος.

Μεταφράσεις Ξενοφώντος Ελληνικά Α' Λυκείου
§16~32

[16] Oἱ δ’ Ἀθηναῖοι ἐκ τῆς Σάμου ὁρμώμενοι τὴν βασιλέως κακῶς ἐποίουν, καὶ ἐπὶ τὴν Χίον καὶ τὴν Ἔφεσον ἐπέπλεον, καὶ παρεσκευάζοντο πρὸς ναυμαχίαν, καὶ στρατηγοὺς πρὸς τοῖς ὑπάρχουσι προσείλοντο Μένανδρον, Τυδέα, Κηφισόδοτον.

Οι Αθηναίοι έχοντας ως ορμητήριο την Σάμο λεηλατούσαν τη γη του βασιλέα και έπλεαν εναντίον της Χίου και της Εφέσου και προετοιμάζονταν για να ναυμαχήσουν∙ και εξέλεξαν στρατηγούς, επιπλέον αυτών που ήδη είχαν, τον Μένανδρο, τον Τυδέα και τον Κηφισόδοτο.  

[17] Λύσανδρος δ’ ἐκ τῆς Ῥόδου παρὰ τὴν Ἰωνίαν ἐκπλεῖ πρὸς τὸν Ἑλλήσποντον πρός τε τῶν πλοίων τὸν ἔκπλουν καὶ ἐπὶ τὰς ἀφεστηκυίας αὐτῶν πόλεις. Ἀνήγοντο δὲ καὶ οἱ Ἀθηναῖοι ἐκ τῆς Χίου πελάγιοι· ἡ γὰρ Ἀσία πολεμία αὐτοῖς ἦν.

Ο Λύσανδρος απέπλευσε από τη Ρόδο και παραπλέοντας τα ιωνικά παράλια, κατευθύνθηκε προς τον Ελλήσποντο, απ’ όπου έφευγαν τα εμπορικά αθηναϊκά πλοία, και προς τις συμμαχικές τους πόλεις που είχαν αποστατήσει. Συγχρόνως και οι Αθηναίοι απέπλευσαν από τη Χίο, αλλά βγήκαν ανοιχτά στο πέλαγος, γιατί η ασιατική ακτή ήταν εχθρική σ’ αυτούς.
[18] Λύσανδρος δ’ ἐξ Ἀβύδου παρέπλει εἰς Λάμψακον σύμμαχον οὖσαν Ἀθηναίων· καὶ οἱ Ἀβυδηνοὶ καὶ οἱ ἄλλοι παρῆσαν πεζῇ· ἡγεῖτο δὲ Θώραξ Λακεδαιμόνιος. [19] Προσβαλόντες δὲ τῇ πόλει αἱροῦσι κατὰ κράτος, καὶ διήρπασαν οἱ στρατιῶται οὖσαν πλουσίαν καὶ οἴνου καὶ σίτου καὶ τῶν ἄλλων ἐπιτηδείων πλήρη· τὰ δὲ ἐλεύθερα σώματα πάντα ἀφῆκε Λύσανδρος.

Ενώ ο Λύσανδρος από την Άβυδο πλέοντας κοντά στην ακτή έφτασε στη Λάμψακο που ήταν σύμμαχος των Αθηναίων, και οι Αβυδηνοί και οι υπόλοιποι σύμμαχοι έφτασαν δια ξηράς με αρχηγό τους τον Θώρακα τον Λακεδαιμόνιο. Επιτέθηκαν και κατέλαβαν με έφοδο την πόλη που ήταν πλούσια σε κρασί και σιτηρά και γεμάτη με όλα τα εφόδια που χρειάζονταν και οι στρατιώτες τη λεηλάτησαν, αλλά τους ελεύθερους πολίτες δεν τους πείραξε ο Λύσανδρος.

[20] Οἱ δ’ Ἀθηναῖοι κατὰ πόδας πλέοντες ὡρμίσαντο τῆς Χερρονήσου ἐν Ἐλαιοῦντι ναυσὶν ὀγδοήκοντα καὶ ἑκατόν. Ἐνταῦθα δὴ ἀριστοποιουμένοις αὐτοῖς ἀγγέλλεται τὰ περὶ Λάμψακον, καὶ εὐθὺς ἀνήχθησαν εἰς Σηστόν. [21] Ἐκεῖθεν δ’ εὐθὺς ἐπισιτισάμενοι ἔπλευσαν εἰς Αἰγὸς ποταμοὺς ἀντίον τῆς Λαμψάκου· διεῖχε δ’ ὁ Ἑλλήσποντος ταύτῃ σταδίους ὡς πεντεκαίδεκα. Ἐνταῦθα δὴ ἐδειπνοποιοῦντο.

Οι Αθηναίοι, που του ακολουθούσαν από κοντά, αγκυροβόλησαν στον Ελαιούντα της Χερσονήσου με εκατόν ογδόντα πλοία. Εκεί, λοιπόν, ενώ προγευμάτιζαν, έφτασε σ’ αυτούς η είδηση για όσα έγιναν στη Λάμψακο, και αμέσως ανοίχτηκαν προς τη Σηστό. Από εκεί, μόλις εσπευσμένα εφοδιάστηκαν με τρόφιμα, έπλευσαν στους Αιγός ποταμούς, απέναντι από τη Λάμψακο, όπου ο Ελλήσποντος έχει πλάτος περίπου δεκαπέντε στάδια. Εκεί και δειπνούσαν.

[22] Λύσανδρος δὲ τῇ ἐπιούσῃ νυκτί, ἐπεὶ ὄρθρος ἦν, ἐσήμηνεν εἰς τὰς ναῦς ἀριστοποιησαμένους εἰσβαίνειν, πάντα δὲ παρασκευασάμενος ὡς εἰς ναυμαχίαν καὶ τὰ παραβλήματα παραβάλλων, προεῖπεν ὡς μηδεὶς κινήσοιτο ἐκ τῆς τάξεως μηδὲ ἀνάξοιτο. [23] Οἱ δὲ Ἀθηναῖοι ἅμα τῷ ἡλίῳ ἀνίσχοντι ἐπὶ τῷ λιμένι παρετάξαντο ἐν μετώπῳ ὡς εἰς ναυμαχίαν. Ἐπεὶ δὲ οὐκ ἀντανήγαγε Λύσανδρος, καὶ τῆς ἡμέρας ὀψὲ ἦν, ἀπέπλευσαν πάλιν εἰς τοὺς Αἰγὸς ποταμούς.

Ο Λύσανδρος την επόμενη νύχτα, προς τα ξημερώματα έδωσε σήμα να επιβιβαστούν οι ναύτες στα πλοία, αφού προγευματίσουν∙ και αφού έκανε όλες τις προετοιμασίες σαν για να είναι έτοιμος για να ναυμαχία και κρέμασε τα παραπετάσματα στα πλάγια των πλοίων, έδωσε εντολή να μην κινηθεί κανείς από την παράταξη, ούτε να ανοιχτεί στο πέλαγος. Οι Αθηναίοι, μόλις βγήκε ο ήλιος, παρατάχτηκαν μπροστά στο λιμάνι κατά μέτωπο με την πρόθεση να ναυμαχήσουν. Επειδή όμως ο Λύσανδρος δεν ανοίχτηκε για ντους αντιμετωπίσει και ήταν πλέον βραδάκι, γύρισαν πίσω τα πλοία στους Αιγός ποταμούς.
[24] Λύσανδρος δὲ τὰς ταχίστας τῶν νεῶν ἐκέλευσεν ἕπεσθαι τοῖς Ἀθηναίοις, ἐπειδὰν δὲ ἐκβῶσι, κατιδόντας ὅ τι ποιοῦσιν ἀποπλεῖν καὶ αὐτῷ ἐξαγγεῖλαι. Καὶ οὐ πρότερον ἐξεβίβασεν ἐκ τῶν νεῶν πρὶν αὗται ἧκον. Ταῦτα δ’ ἐποίει τέτταρας ἡμέρας· καὶ οἱ Ἀθηναῖοι ἐπανήγοντο.

O Λύσανδρος εν τω μεταξύ έδωσε διαταγή στα πιο γρήγορα από τα πλοία του να παρακολουθήσουν τους Αθηναίους και αφού παρατηρήσουν τι κάνουν, όταν αποβιβαστούν, να φύγουν και να του δώσουν αναφορά. Και δεν αποβίβασε τους στρατιώτες του προτού γυρίσουν αυτά. Και το ίδιο επαναλάμβανε για τέσσερις μέρες, ενώ οι Αθηναίοι εξακολουθούσαν να ανοίγονται εναντίον του.

[25] Ἀλκιβιάδης δὲ κατιδὼν ἐκ τῶν τειχῶν τοὺς μὲν Ἀθηναίους ἐν αἰγιαλῷ ὁρμοῦντας καὶ πρὸς οὐδεμιᾷ πόλει, τὰ δ’ ἐπιτήδεια ἐκ Σηστοῦ μετιόντας πεντεκαίδεκα σταδίους ἀπὸ τῶν νεῶν, τοὺς δὲ πολεμίους ἐν λιμένι καὶ πρὸς πόλει ἔχοντας πάντα, οὐκ ἐν καλῷ ἔφη αὐτοὺς ὁρμεῖν, ἀλλὰ μεθορμίσαι εἰς Σηστὸν παρῄνει πρός τε λιμένα καὶ πρὸς πόλιν· οὗ ὄντες ναυμαχήσετε, ἔφη, ὅταν βούλησθε. [26] Οἱ δὲ στρατηγοί, μάλιστα δὲ Τυδεὺς καὶ Μένανδρος, ἀπιέναι αὐτὸν ἐκέλευσαν· αὐτοὶ γὰρ νῦν στρατηγεῖν, οὐκ ἐκεῖνον. Καὶ ὁ μὲν ᾤχετο.

Ο Αλκιβιάδης παρατηρώντας ψηλά από τα τείχη του ότι οι Αθηναίοι ήταν αγκυροβολημένοι σε ακτή χωρίς λιμάνι και μακριά από κάποια πόλη και ότι προμηθεύονταν τα τρόφιμά τους από τη Σηστό που απείχε δεκαπέντε στάδια από τα πλοία, ενώ οι αντίπαλοί τους ήταν μέσα σε λιμάνι και κοντά σε πόλη και έτσι είχαν ό,τι χρειάζονταν, τους είπε ότι δεν είναι αραγμένοι σε καλό μέρος και τους συμβούλευε να μετασταθμεύσουν στη Σηστό όπου θα ήταν μέσα σε λιμάνι και κοντά σε πόλη∙ εκεί σταθμεύοντας, είπε, θα ναυμαχήσετε, όταν εσείς επιλέξετε. Οι στρατηγοί όμως, και κυρίως ο Τυδέας και ο Μένανδρος, τον διέταξαν να φύγει∙ γιατί τώρα αυτοί είναι στρατηγοί και όχι εκείνος. Και ο Αλκιβιάδης αποχώρησε αμέσως.

[27] Λύσανδρος δ’, ἐπεὶ ἦν ἡμέρα πέμπτη ἐπιπλέουσι τοῖς Ἀθηναίοις, εἶπε τοῖς παρ’ αὐτοῦ ἑπομένοις, ἐπὰν κατίδωσιν αὐτοὺς ἐκβεβηκότας καὶ ἐσκεδασμένους κατὰ τὴν Χερρόνησον, (ὅπερ ἐποίουν πολὺ μᾶλλον καθ’ ἑκάστην ἡμέραν, τά τε σιτία πόρρωθεν ὠνούμενοι καὶ καταφρονοῦντες δὴ τοῦ Λυσάνδρου, ὅτι οὐκ ἀντανῆγεν), ἀποπλέοντας τοὔμπαλιν παρ’ αὐτὸν ἆραι ἀσπίδα κατὰ μέσον τὸν πλοῦν. Οἱ δὲ ταῦτα ἐποίησαν ὡς ἐκέλευσε.

Ο Λύσανδρος, την πέμπτη πια μέρα που οι Αθηναίοι έπλεαν εναντίον του, έδωσε εντολή σ’ αυτούς που κατά διαταγή του τους παρακολουθούσαν, όταν τους δουν να έχουν αποβιβαστεί και διασκορπιστεί σε όλη τη Χερσόνησο (πράγμα που έκαναν κάθε μέρα και περισσότερο, γιατί και τα τρόφιμά τους τα αγόραζαν από μακριά και υποτιμούσαν τον Λύσανδρο, επειδή δεν έβγαινε από το λιμάνι να τους αντιμετωπίσει) να πλεύσουν αμέσως πίσω προς αυτόν και στη μέση της διαδρομής να υψώσουν ασπίδα. Και αυτοί εκτέλεσαν τις εντολές του.

[28] Λύσανδρος δ’ εὐθὺς ἐσήμηνε τὴν ταχίστην πλεῖν, συμπαρῄει δὲ καὶ Θώραξ τὸ πεζὸν ἔχων. Κόνων δὲ ἰδὼν τὸν ἐπίπλουν, ἐσήμηνεν εἰς τὰς ναῦς βοηθεῖν κατὰ κράτος. Διεσκεδασμένων δὲ τῶν ἀνθρώπων, αἱ μὲν τῶν νεῶν δίκροτοι ἦσαν, αἱ δὲ μονόκροτοι, αἱ δὲ παντελῶς κεναί· ἡ δὲ Κόνωνος καὶ ἄλλαι περὶ αὐτὸν ἑπτὰ πλήρεις ἀνήχθησαν ἁθρόαι καὶ ἡ Πάραλος, τὰς δ’ ἄλλας πάσας Λύσανδρος ἔλαβε πρὸς τῇ γῇ. Τοὺς δὲ πλείστους ἄνδρας ἐν τῇ γῇ συνέλεξεν· οἱ δὲ καὶ ἔφυγον εἰς τὰ τειχύδρια.

Ο Λύσανδρος, στη συνέχεια έκανε σήμα να πλεύσει ο στόλος ολοταχώς, ενώ ταυτόχρονα ακολουθούσε από την παραλία ο Θώρακας με το πεζικό. Ο Κόνωνας βλέποντας την επίθεση του εχθρικού στόλου σήμανε να τρέξουν οι άνδρες τάχιστα στα πλοία. Καθώς όμως οι άνδρες ήταν διασκορπισμένοι, άλλα από τα πλοία βρέθηκαν με δυο σειρές κωπηλάτες, άλλα με μία και άλλα εντελώς άδεια. Μόνο το πλοίο του Κόνωνα και άλλα επτά που ήταν γύρω του πλήρως επανδρωμένα και η Πάραλος ανοίχτηκαν όλα μαζί στο πέλαγος. Όλα τα άλλα ο Λύσανδρος τα κατέλαβε κοντά στην ακτή. Ενώ τους περισσότερους άντρες τους μάζεψε από τη στεριά, και κάποιοι μόνον ξέφυγαν στα οχυρώματα.

[29] Κόνων δὲ ταῖς ἐννέα ναυσὶ φεύγων, ἐπεὶ ἔγνω τῶν Ἀθηναίων τὰ πράγματα διεφθαρμένα, κατασχὼν ἐπὶ τὴν Ἀβαρνίδα τὴν Λαμψάκου ἄκραν ἔλαβεν αὐτόθεν τὰ μεγάλα τῶν Λυσάνδρου νεῶν ἱστία, καὶ αὐτὸς μὲν ὀκτὼ ναυσὶν ἀπέπλευσε παρ’ Εὐαγόραν εἰς Κύπρον, ἡ δὲ Πάραλος εἰς τὰς Ἀθήνας ἀπαγγελοῦσα τὰ γεγονότα.
[30] Λύσανδρος δὲ τάς τε ναῦς καὶ τοὺς αἰχμαλώτους καὶ τἆλλα πάντα εἰς Λάμψακον ἀπήγαγεν, ἔλαβε δὲ καὶ τῶν στρατηγῶν ἄλλους τε καὶ Φιλοκλέα καὶ Ἀδείμαντον. Ἧι δ’ ἡμέρᾳ ταῦτα κατειργάσατο, ἔπεμψε Θεόπομπον τὸν Μιλήσιον λῃστὴν εἰς Λακεδαίμονα ἀπαγγελοῦντα τὰ γεγονότα, ὃς ἀφικόμενος τριταῖος ἀπήγγειλε.

Ο Κόνωνας φεύγοντας με τα εννέα πλοία, επειδή κατάλαβε ότι η υπόθεση είχε χαθεί για τους Αθηναίους, πιάνοντας με τα πλοία στην Αβαρνίδα, το ακρωτήριο της Λαμψάκου πήρε τα μεγάλα ιστία των σπαρτιατικών πλοίων που τα είχε αφήσει εκεί ο Λύσανδρος και ο ίδιος με τα οκτώ πλοία κατευθύνθηκε προς τον Ευαγόρα στην Κύπρο, ενώ η Πάραλος προς την Αθήνα για να αναγγείλει τα γεγονότα.
Ο Λύσανδρος μετέφερε τα πλοία και τους αιχμαλώτους και όλα τα άλλα στη Λάμψακο, είχε συλλάβει μάλιστα και άλλους από τους στρατηγούς και μεταξύ αυτών και τον Φιλοκλή και τον Αδείμαντο. Και την ίδια μέρα της επιτυχίας του έστειλε στη Λακεδαίμονα τον Θεόπομπο τον Μιλήσιο πειρατή για να αναγγείλει τα γεγονότα, ο οποίος έφτασε σε τρεις ημέρες και έφερε την είδηση.

[31] Μετὰ δὲ ταῦτα Λύσανδρος ἁθροίσας τοὺς συμμάχους ἐκέλευσε βουλεύεσθαι περὶ τῶν αἰχμαλώτων. Ἐνταῦθα δὴ κατηγορίαι ἐγίγνοντο πολλαὶ τῶν Ἀθηναίων, ἅ τε ἤδη παρενενομήκεσαν καὶ ἃ ἐψηφισμένοι ἦσαν ποιεῖν, εἰ κρατήσειαν τῇ ναυμαχίᾳ, τὴν δεξιὰν χεῖρα ἀποκόπτειν τῶν ζωγρηθέντων πάντων, καὶ ὅτι λαβόντες δύο τριήρεις, Κορινθίαν καὶ Ἀνδρίαν, τοὺς ἄνδρας ἐξ αὐτῶν πάντας κατακρημνίσειαν. Φιλοκλῆς δ’ ἦν στρατηγὸς τῶν Ἀθηναίων, ὃς τούτους διέφθειρεν. [32] Ἐλέγετο δὲ καὶ ἄλλα πολλά, καὶ ἔδοξεν ἀποκτεῖναι τῶν αἰχμαλώτων ὅσοι ἦσαν Ἀθηναῖοι πλὴν Ἀδειμάντου, ὅτι μόνος ἐπελάβετο ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ τοῦ περὶ τῆς ἀποτομῆς τῶν χειρῶν ψηφίσματος· ᾐτιάθη μέντοι ὑπό τινων προδοῦναι τὰς ναῦς. Λύσανδρος δὲ Φιλοκλέα πρῶτον ἐρωτήσας, ὃς τοὺς Ἀνδρίους καὶ Κορινθίους κατεκρήμνισε, τί εἴη ἄξιος παθεῖν ἀρξάμενος εἰς Ἕλληνας παρανομεῖν, ἀπέσφαξεν.

Μετά από αυτές τις ενέργειες συγκάλεσε συνέλευση των συμμάχων και τους έθεσε ως θέμα να αποφασίσουν για την τύχη των αιχμαλώτων. Στη συγκέντρωση ακούστηκαν πολλές κατηγορίες εναντίον των Αθηναίων και για όσες παραβιάσεις του πολεμικού δικαίου είχαν ήδη διαπράξει και για όσα είχαν με ψηφοφορία αποφασίσει να κάνουν, αν νικήσουν στη ναυμαχία, να κόψουν δηλαδή το δεξί χέρι όλων όσοι αιχμαλωτίζονταν, και επειδή, όταν κατέλαβαν δύο τριήρεις, μια Κορινθιακή και μια Ανδριώτικη, πέταξαν όλο το πλήρωμά τους στη θάλασσα. Και ήταν ο Φιλοκλής ο στρατηγός των Αθηναίων που διέταξε την εκτέλεσή τους.
Διατυπώθηκαν κι άλλες πολλές κατηγορίες εναντίον τους και τέλος αποφασίστηκε να σκοτώσουν από τους αιχμαλώτους όσους ήταν Αθηναίοι εκτός από τον Αδείμαντο, γιατί ήταν ο μόνος στη συνέλευση που εναντιώθηκε στο ψήφισμα για το κόψιμο των χεριών των αιχμαλώτων∙ όμως κατηγορήθηκε από κάποιους αργότερα ότι πρόδωσε τον στόλο. Και ο Λύσανδρος αφού πρώτα ρώτησε τον Φιλοκλή, (ο οποίος έριξε στη θάλασσα τους Ανδρίους και τους Κορινθίους) τι αξίζει να πάθει αφού ήταν αυτός που ξεκίνησε τα εγκλήματα πολέμου εις βάρος των Ελλήνων, τον κατέσφαξε.